ἐφίεμαι


ἐφίεμαι
ἐφ|ίεμαι (τινός) ['припускаться за чем'] стремиться к чему

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἐφίεμαι" в других словарях:

  • ἐφίεμαι — ἐφίημι send to pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εφίημι — (Α ἐφίημι και ιων. τύπος ἐπίημι) νεοελλ. (μόνο το μέσ.) εφίεμαι επιθυμώ θέλω, ποθώ, κατέχομαι από επιθυμία μσν. αρχ. μέσ. ἐφίεμαι αποβλέπω σε κάτι αρχ. 1. στέλνω σε κάποιον 2. παρακινώ, παροτρύνω, παρορμώ σε κάτι 3. (για πράγματα και ειδ. για το… …   Dictionary of Greek

  • εξεφίεμαι — ἐξεφίεμαι (Α) [εφίεμαι] διατάζω …   Dictionary of Greek

  • εφέτης — ο (ΑΜ ἐφέτης) ανώτερος δικαστής που δικάζει τις εφέσεις νεοελλ. δικαστικός λειτουργός που αποτελεί μέλος τού εφετείου μσν. αρχ. 1. ηγεμόνας, άρχοντας (α. «στυμφελοῑς ἐφέταις», Αισχύλ. β. μτφ. «ἐκκλησίας δομῆτορ... τῶν ἐφετών ἡ ἀκρότης, τῶν πιστῶν …   Dictionary of Greek

  • εφετμή — ἐφετμή, ἡ (Α) (ποιητ. λ.) 1. παραγγελία, εντολή, προσταγή («θεῶν ὤτρυνεν ἐφετμή», Ομ. Ιλ.) 2. (συχνά στον πληθ.) αἱ ἐφετμαί α) (κυρίως από θεούς ή γονείς) διατάγματα, παραγγελίες, εντολές β) συνεκδ. παρακλήσεις («Θέτις δ οὐ λήθετ ἐφετμέων παιδὸς… …   Dictionary of Greek

  • προσεφίεμαι — Α επιτρέπω κάτι ακόμη σε κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἐφίεμαι «αφήνω»] …   Dictionary of Greek

  • ՓԱՓԱԳԵՄ — (եցի, եա՛, եցե՛ք կամ ցարուք.) NBH 2 0938 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 7c, 8c, 11c, 13c չ. ՓԱՓԱԳԵՄ ՓԱՓԱՔԵՄ. ποθέω, ἑπιποθέω, ἑφίεμαι desidero, cupio, opto եւն. Փափագ ունել. իղձ լինել. պապակիլ. եւ պասքիլ ւգւով. անձկալ …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)